das auto
auto
aʊ̯to
awto

Ορισμός και σημασία του "auto"στα γερμανικά

01

αυτοκίνητο, αμάξι

Ein Fahrzeug mit vier Rädern, das mit einem Motor fährt 
das Auto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Autos
γενική πτώση
Autos
Παραδείγματα
Das Auto steht vor dem Haus. 

Το αυτοκίνητο είναι παρκαρισμένο μπροστά από το σπίτι.

02

παιχνιδάκι αυτοκίνητο, παιχνίδι αυτοκίνητο

Ein kleines Modellauto zum Spielen 
Παραδείγματα
Das Kind spielt mit einem Auto. 

Το παιδί παίζει με ένα αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store