ausüben
Pronunciation
/ˈaʊ̯sˌʔyːbn̩/

Ορισμός και σημασία του "ausüben"στα γερμανικά

ausüben
01

ασκώ, εφαρμόζω

Eine Tätigkeit, einen Beruf oder einen Einfluss aktiv praktizieren oder anwenden
ausüben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
üben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
übt aus
ενεστώτα μετοχή
ausübend
απλός αόριστος
übte aus
παθητική μετοχή
ausgeübt
Παραδείγματα
Viele Künstler üben ihre Tätigkeit freiberuflich aus.
Πολλοί καλλιτέχνες ασκούν τη δραστηριότητά τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store