Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausüben
01
ασκώ, εφαρμόζω
Eine Tätigkeit, einen Beruf oder einen Einfluss aktiv praktizieren oder anwenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
üben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
übt aus
ενεστώτα μετοχή
ausübend
απλός αόριστος
übte aus
παθητική μετοχή
ausgeübt
Παραδείγματα
Viele Künstler üben ihre Tätigkeit freiberuflich aus.
Πολλοί καλλιτέχνες ασκούν τη δραστηριότητά τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες.



























