Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausziehen
01
βγάζω, ξεγδύνομαι
Kleidung vom Körper entfernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ziehe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
zieht aus
ενεστώτα μετοχή
ausziehend
απλός αόριστος
zog aus
παθητική μετοχή
ausgezogen
Παραδείγματα
Ich ziehe meine Jacke aus.
Βγάζω το σακάκι μου.
02
μετακομίζω, αφήνω το σπίτι
Wohnort wechseln
Παραδείγματα
Wir ziehen nächsten Monat aus.
Μετακομίζουμε τον επόμενο μήνα.
03
βγάζω, αποσπώ
Etwas entfernen
Παραδείγματα
Sie zieht das Unkraut aus.
Ανασπά τα ζιζάνια ανασπώντας τα.



























