Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Auszeit
01
διάλειμμα, προθεσμία
Ein kurzer Zeitraum, in dem man eine Pause von Aktivitäten oder Pflichten macht, um sich zu erholen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Auszeit
πληθυντικός τύπος
Auszeiten
Παραδείγματα
Nach der Prüfung habe ich mir eine Auszeit verdient.
Μετά την εξέταση, αξίζω στον εαυτό μου ένα διάλειμμα.



























