Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auszeichnen
01
επισημαίνω, σημειώνω
Etwas mit einem Zeichen oder Etikett versehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
aus
βασικό ρήμα
zeichnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zeichne aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
zeichnet aus
ενεστώτα μετοχή
auszeichnend
απλός αόριστος
zeichnete aus
παθητική μετοχή
ausgezeichnet
Παραδείγματα
Jedes Paket ist korrekt ausgezeichnet.
Κάθε πακέτο είναι σωστά επισημασμένο.
02
διακρίνω, τιμώ
Etwas besonders hervorheben oder ehren
Παραδείγματα
Die Stadt zeichnet Persönlichkeiten für ihr Engagement aus.
Η πόλη τιμά προσωπικότητες για τη δέσμευσή τους.
03
διακρίνομαι, αριστεύω
Sich durch besondere Eigenschaften oder Leistungen hervorheben
Παραδείγματα
Das Unternehmen zeichnet sich durch Qualität aus.
Η εταιρεία διακρίνεται για την ποιότητα.



























