Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Auswertung
[gender: feminine]
01
αξιολόγηση, ανάλυση
Systematische Untersuchung und Interpretation von Daten oder Informationen, um Schlussfolgerungen zu ziehen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Auswertung
πληθυντικός τύπος
Auswertungen
Παραδείγματα
Die statistische Auswertung zeigt signifikante Trends.
Η στατιστική αξιολόγηση δείχνει σημαντικές τάσεις.



























