Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausreichend
01
αρκετός, κατάλληλος
In genügender Menge oder Qualität vorhanden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ausreichendsten
συγκριτικός βαθμός
ausreichender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Sprachkenntnisse sind für den Job ausreichend.
Οι γλωσσικές του δεξιότητες είναι επαρκείς για τη δουλειά.



























