ausreden
Pronunciation
/ˈaʊ̯sˌʁeːdn̩/

Ορισμός και σημασία του "ausreden"στα γερμανικά

ausreden
01

τελειώνω να μιλάω, ολοκληρώνω τη λόγο μου

Eine Äußerung oder Erklärung zu Ende führen, ohne unterbrochen zu werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
reden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rede aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
redet aus
ενεστώτα μετοχή
ausredend
απλός αόριστος
redete aus
παθητική μετοχή
ausgeredet
Παραδείγματα
Er redete schnell aus, um keine Zeit zu verlieren.
Τερμάτισε να μιλάει γρήγορα για να μη χάσει χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store