ausreden
aus
aʊs
αουσ
reden
ʁe:dn
ρεντν
ausladenausreifenausruhenausreißen

Ορισμός και σημασία του "ausreden"στα γερμανικά

ausreden
01

τελειώνω να μιλάω, ολοκληρώνω τη λόγο μου

Eine Äußerung oder Erklärung zu Ende führen, ohne unterbrochen zu werden 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
reden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rede aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
redet aus
ενεστώτα μετοχή
ausredend
απλός αόριστος
redete aus
παθητική μετοχή
ausgeredet
Παραδείγματα
Lass mich bitte ausreden! 

Άσε με να τελειώσω να μιλάω, σε παρακαλώ!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store