Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausreden
01
τελειώνω να μιλάω, ολοκληρώνω τη λόγο μου
Eine Äußerung oder Erklärung zu Ende führen, ohne unterbrochen zu werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
reden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rede aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
redet aus
ενεστώτα μετοχή
ausredend
απλός αόριστος
redete aus
παθητική μετοχή
ausgeredet
Παραδείγματα
Lass mich bitte ausreden!
Άσε με να τελειώσω να μιλάω, σε παρακαλώ!



























