Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausgeprägt
01
σαφής, ισχυρός
Deutlich erkennbar oder besonders stark vorhanden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ausgeprägtesten
συγκριτικός βαθμός
ausgeprägter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hat ein ausgeprägtes Talent für Musik.
Έχει εμφανές ταλέντο στη μουσική.



























