Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausgehen
01
βγαίνω, βγαίνω για διασκέδαση
um sich zu amüsieren oder auszugehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht aus
ενεστώτα μετοχή
ausgehend
απλός αόριστος
ging aus
παθητική μετοχή
ausgegangen
Παραδείγματα
Wir gehen morgen zum Konzert aus.
Αύριο πηγαίνουμε βγαίνουμε στο συναυλία.
02
εξαντλούμαι, τελειώνω
Keine Reserven mehr haben
Παραδείγματα
Die Zeit ging schnell aus.
Ο χρόνος τελείωσε γρήγορα.
03
σβήνω, σταματώ να καίω
Aufhören zu brennen oder zu leuchten
Παραδείγματα
Die Lichter gehen um Mitternacht aus.
Τα φώτα σβήνουν τα μεσάνυχτα.



























