Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ausgangspunkt
01
Stelle oder Ort, an dem etwas beginnt , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ausgangspunkte
γενική πτώση
Ausgangspunkt(e)s
Παραδείγματα
Der Bahnhof ist der Ausgangspunkt unserer Wanderung.
LanGeek



























