der ausflug
aus
aʊs
aws
flug
flu:k
flook

Ορισμός και σημασία του "ausflug"στα γερμανικά

01

εκδρομή, βόλτα

Eine kurze Reise oder Fahrt zum Spaß oder zur Erholung 
der Ausflug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ausflüge
γενική πτώση
Ausflug(e)s
Παραδείγματα
Wir machen einen Ausflug in die Berge. 

Κάνουμε μια εκδρομή στα βουνά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store