Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
die Auseinandersetzung
/aʊ̯sʔaɪ̯ˈnandɐˌzɛʦʊŋ/
Die Auseinandersetzung
01
σύγκρουση, διαμάχη
Ein Streit oder eine intensive Diskussion zwischen Personen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
auseinandersetzung
πληθυντικός τύπος
auseinandersetzungen
Παραδείγματα
Ihre Auseinandersetzung mit dem Nachbarn wurde vor Gericht geklärt.
Η διαμάχη της με τον γείτονα διευθετήθηκε στο δικαστήριο.



























