Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausdrücken
01
εκφράζω
Etwas in Worte fassen oder mitteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
drücken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drücke aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
drückt aus
ενεστώτα μετοχή
ausdrückend
απλός αόριστος
drückte aus
παθητική μετοχή
ausgedrückt
Παραδείγματα
Ich möchte Ihnen meine Anerkennung ausdrücken.
Θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου σε σας.
02
εκφράζω
Sagen oder zeigen, was man meint oder fühlt
Παραδείγματα
Er kann sich schriftlich besser ausdrücken als mündlich.
Μπορεί να εκφραστεί καλύτερα γραπτώς παρά προφορικά.
03
εκφράζω
Gefühle oder Gedanken nonverbal oder indirekt zeigen
Παραδείγματα
Seine Augen drücken Traurigkeit aus.
Τα μάτια του εκφράζουν θλίψη.



























