Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausdrücken
01
εκφράζω
Etwas in Worte fassen oder mitteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
drücken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drücke aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
drückt aus
ενεστώτα μετοχή
ausdrückend
απλός αόριστος
drückte aus
παθητική μετοχή
ausgedrückt
Παραδείγματα
Der Brief drückt ihre Sorgen deutlich aus.
Η επιστολή εκφράζει ξεκάθαρα τις ανησυχίες της.
02
εκφράζω
Sagen oder zeigen, was man meint oder fühlt
Παραδείγματα
Sie konnte sich in dieser Sprache nicht gut ausdrücken.
Δεν μπορούσε να εκφραστεί καλά σε αυτή τη γλώσσα.
03
εκφράζω
Gefühle oder Gedanken nonverbal oder indirekt zeigen
Παραδείγματα
Musik kann Emotionen sehr stark ausdrücken.
Η μουσική μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματα πολύ έντονα.



























