die augenfarbe
augenfarbe
aʊ̯gnfaʁbə
awgnfarbē
au­gen­far­be

Ορισμός και σημασία του "augenfarbe"στα γερμανικά

Die Augenfarbe
01

χρώμα ματιών

Die Farbe der Iris eines Menschen 
die Augenfarbe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Augenfarben
γενική πτώση
Augenfarbe
Παραδείγματα
Was ist deine Augenfarbe? 

Ποιο είναι το χρώμα των ματιών σου;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store