Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufzug
01
ασανσέρ, ανελκυστήρας
Ein mechanisches Gerät, das Personen oder Gegenstände zwischen Stockwerken eines Gebäudes transportiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Aufzug(e)s
πληθυντικός τύπος
Aufzüge
Παραδείγματα
Der Aufzug fährt bis in den zehnten Stock.
Ο ανελκυστήρας ανεβαίνει μέχρι τον δέκατο όροφο.



























