das aufsehen
auf
aʊf
awf
se
ze:
ze
hen
ən
ēn
aufgehenaufdrehenaufsuchenaufsetzen

Ορισμός και σημασία του "aufsehen"στα γερμανικά

01

δημόσια προσοχή, αίσθηση

Starke öffentliche Reaktion oder Aufmerksamkeit, oft wegen etwas Ungewöhnlichem 
das Aufsehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Aufsehens
Παραδείγματα
Die Enthüllungen lösten politisches Aufsehen aus. 

Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν πολιτική αίσθηση.

aufsehen
01

σηκώνω το βλέμμα, κοιτάζω προς τα πάνω

Den Kopf heben, um nach oben oder zu jemandem zu schauen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
sehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht auf
ενεστώτα μετοχή
aufsehend
απλός αόριστος
sah auf
παθητική μετοχή
aufgesehen
Παραδείγματα
Sie sah vom Buch auf und lächelte. 

Σήκωσε το βλέμμα από το βιβλίο και χαμογέλασε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store