Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Aufsehen
[gender: neuter]
01
δημόσια προσοχή, αίσθηση
Starke öffentliche Reaktion oder Aufmerksamkeit, oft wegen etwas Ungewöhnlichem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Aufsehens
Παραδείγματα
Der Skandal erregte unerwünschtes Aufsehen.
Το σκάνδαλο προκάλεσε ανεπιθύμητη προσοχή.
aufsehen
01
σηκώνω το βλέμμα, κοιτάζω προς τα πάνω
Den Kopf heben, um nach oben oder zu jemandem zu schauen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
sehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht auf
ενεστώτα μετοχή
aufsehend
απλός αόριστος
sah auf
παθητική μετοχή
aufgesehen
Παραδείγματα
Sie sah vom Handy auf, als ihr Name gerufen wurde.
Σήκωσε το βλέμμα από το τηλέφωνό της όταν κλήθηκε το όνομά της.



























