Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufsatz
01
δοκίμιο, σύνθεση
Ein schriftlicher Text, der ein Thema systematisch behandelt, oft für Schule, Universität oder Veröffentlichungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Aufsätze
γενική πτώση
Aufsatzes
Παραδείγματα
Er schreibt einen Aufsatz über Klimawandel.
Γράφει ένα δοκίμιο για την κλιματική αλλαγή.
LanGeek



























