Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufsatz
[gender: masculine]
01
δοκίμιο, σύνθεση
Ein schriftlicher Text, der ein Thema systematisch behandelt, oft für Schule, Universität oder Veröffentlichungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Aufsatzes
πληθυντικός τύπος
Aufsätze
Παραδείγματα
Dieser wissenschaftliche Aufsatz ist schwer zu verstehen.
Αυτό το επιστημονικό δοκίμιο είναι δύσκολο να κατανοηθεί.



























