Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufräumen
01
τακτοποιώ
Etwas wieder in Ordnung bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
räumen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
räume auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
räumt auf
ενεστώτα μετοχή
aufräumend
απλός αόριστος
räumte auf
παθητική μετοχή
aufgeräumt
Παραδείγματα
Er räumt schnell auf.
Αυτός τακτοποιεί γρήγορα.



























