aufräumen
Pronunciation
/ˈaʊ̯fˌʀɔɪ̯mən/

Ορισμός και σημασία του "aufräumen"στα γερμανικά

aufräumen
01

τακτοποιώ

Etwas wieder in Ordnung bringen
aufräumen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
räumen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
räume auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
räumt auf
ενεστώτα μετοχή
aufräumend
απλός αόριστος
räumte auf
παθητική μετοχή
aufgeräumt
Παραδείγματα
Er räumt schnell auf.
Αυτός τακτοποιεί γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store