Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Auflauf
[gender: masculine]
01
γρατίν, κατσαρόλα
ein Gericht, bei dem verschiedene Zutaten (wie Nudeln, Gemüse, Fleisch) miteinander vermischt, in eine Form gegeben und im Ofen überbacken werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Auflauf(e)s
πληθυντικός τύπος
Aufläufe
Παραδείγματα
Der Auflauf muss noch etwa 30 Minuten im Ofen backen, bis die Käsekruste goldbraun ist.
Ο γρατινέ πρέπει να ψηθεί στο φούρνο για άλλα 30 λεπτά περίπου, μέχρι η κρούστα τυριού να γίνει χρυσοκαφέ.



























