der auflauf
auflauf
aʊ̯flaʊ̯f
awflawf
aufkaufauslauf

Ορισμός και σημασία του "auflauf"στα γερμανικά

01

γρατίν, κατσαρόλα

ein Gericht, bei dem verschiedene Zutaten (wie Nudeln, Gemüse, Fleisch) miteinander vermischt, in eine Form gegeben und im Ofen überbacken werden 
der Auflauf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Auflauf(e)s
πληθυντικός τύπος
Aufläufe
Παραδείγματα
Zur Nachspeise gab es einen Auflauf mit Kompott. 

Για επιδόρπιο, υπήρχε ένα κατσαρόλα με κομπόστα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store