die atombombe
atombombe
ato:mbɔmbə
atombawmbē

Ορισμός και σημασία του "atombombe"στα γερμανικά

01

ατομική βόμβα, πυρηνική βόμβα

Eine sehr starke Waffe mit großer Zerstörungskraft durch Atomenergie 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Atombomben
γενική πτώση
Atombombe
Παραδείγματα
Die Atombombe zerstörte die ganze Stadt. 

Η ατομική βόμβα κατέστρεψε ολόκληρη την πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store