das Atom
a
ˈa:
α
tom
tɔm
τομ
atem

Ορισμός και σημασία του "atom"στα γερμανικά

01

άτομο

Das kleinste Teilchen eines Elements 
das Atom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Atome
γενική πτώση
Atoms
Παραδείγματα
Ein Atom besteht aus Protonen, Neutronen und Elektronen. 

Ένα άτομο αποτελείται από πρωτόνια, νετρόνια και ηλεκτρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store