die atmosphäre
at
at
ατ
mos
ˈmos
μοσ
phä
fɛ:
φε
re
ʁɐ
ρ

Ορισμός και σημασία του "atmosphäre"στα γερμανικά

Die Atmosphäre
01

ατμόσφαιρα, κλίμα

Die Stimmung an einem Ort oder auch die Luftschicht um die Erde 
die Atmosphäre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Atmosphären
γενική πτώση
Atmosphäre
Παραδείγματα
Die Atmosphäre im Restaurant war sehr gemütlich. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store