Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Atmosphäre
01
ατμόσφαιρα, κλίμα
Die Stimmung an einem Ort oder auch die Luftschicht um die Erde
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Atmosphären
γενική πτώση
Atmosphäre
Παραδείγματα
Die Atmosphäre im Restaurant war sehr gemütlich.
LanGeek



























