der atem
a
ˈa:
a
tem
təm
tēm
atom

Ορισμός και σημασία του "atem"στα γερμανικά

01

ανάσα, αναπνοή

Luft, die man beim Atmen ein- oder ausströmt 
der Atem definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Atems
Παραδείγματα
Sein Atem war ruhig und gleichmäßig. 

Η αναπνοή του ήταν ήρεμη και σταθερή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store