Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Atem
[gender: masculine]
01
ανάσα, αναπνοή
Luft, die man beim Atmen ein- oder ausströmt
Παραδείγματα
Der kalte Atem war in der Luft sichtbar.
Η ανάσα κρύα ήταν ορατή στον αέρα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανάσα, αναπνοή