das Asyl
Pronunciation
/aˈzyːl/

Ορισμός και σημασία του "asyl"στα γερμανικά

01

άσυλο, καταφύγιο

Ein Ort oder Schutz, der Menschen vor Gefahr oder Verfolgung schützt
das Asyl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Asyls
πληθυντικός τύπος
Asyle
Παραδείγματα
Asyl schützt Menschen vor politischer Verfolgung.
Το άσυλο προστατεύει τους ανθρώπους από πολιτικούς διωγμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store