das Asyl
a
a
a
syl
ˈsy:l
syl

Ορισμός και σημασία του "asyl"στα γερμανικά

01

άσυλο, καταφύγιο

Ein Ort oder Schutz, der Menschen vor Gefahr oder Verfolgung schützt 
das Asyl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Asyle
γενική πτώση
Asyls
Παραδείγματα
Viele Menschen suchen Asyl in anderen Ländern. 

Πολλοί άνθρωποι ζητούν άσυλο σε άλλες χώρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store