der astronom
ast
ˈast
ast
ro
ʁo
ro
nom
ˌno:m
nom

Ορισμός και σημασία του "astronom"στα γερμανικά

01

αστρονόμος, αστρονόμος

Eine Person, die das Weltall, Sterne, Planeten und andere Himmelskörper erforscht 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Astronomen
αρσενικό ενικό
Astronom
θηλυκό ενικό
Astronomin
neutral form
Astronom
γενική πτώση
Astronomen
Παραδείγματα
Der Astronom beobachtet die Sterne mit einem Teleskop. 

Ο αστρονόμος παρατηρεί τα αστέρια με ένα τηλεσκόπιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store