der Astronaut

Ορισμός και σημασία του "astronaut"στα γερμανικά

Der Astronaut
[gender: masculine]
01

αστροναύτης, διαστημικό πλήρωμα

eine Fachperson, die für Raumflüge ausgebildet ist und wissenschaftliche oder technische Aufgaben im All ausführt
der Astronaut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Astronauten
πληθυντικός τύπος
Astronauten
Παραδείγματα
Der Astronaut hilft bei der Reparatur von Satelliten im All.
Ο αστροναύτης βοηθά στην επισκευή δορυφόρων στο διάστημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store