der ast
ast
ast
ast

Ορισμός και σημασία του "ast"στα γερμανικά

01

κλαδί, κλαρί

Ein großer Zweig an einem Baum 
der Ast definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Äste
γενική πτώση
Ast(e)s
Παραδείγματα
Der Vogel sitzt auf dem Ast. 

Το πουλί κάθεται στο κλαδί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store