Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Art
01
είδος
Eine Kategorie oder Gruppe von Dingen oder Menschen mit gemeinsamen Merkmalen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Art
πληθυντικός τύπος
Arten
Παραδείγματα
Diese Art von Musik mag ich nicht.
Δεν μου αρέσει αυτό το είδος μουσικής.
02
τρόπος, μανέρα
Die Weise, wie etwas getan wird oder wie jemand sich verhält
Παραδείγματα
Ich bewundere ihre Art zu unterrichten.
Θαυμάζω τον τρόπο διδασκαλίας της.
Λεξικό Δέντρο
artist
unart
art



























