Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
argumentieren
01
επιχειρηματολογώ
Seine Meinung mit Gründen und Beispielen zu unterstützen
Παραδείγματα
Man kann auch höflich gegen etwas argumentieren.
Μπορείς επίσης να επιχειρηματολογήσεις ευγενικά εναντίον κάτι.


























