Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Arbeitsgericht
01
εργατικό δικαστήριο, δικαστήριο εργατικών διαφορών
Ein spezialisiertes Gericht, das über Streitigkeiten zwischen Arbeitgebern und Arbeitnehmern entscheidet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Arbeitsgerichte
γενική πτώση
Arbeitsgericht(e)s
Παραδείγματα
Der Fall wurde vor das Arbeitsgericht gebracht.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο εργατικό δικαστήριο.
LanGeek



























