appetitlich
a
ˈa
a
ppe
tit
ˌtɪt
tit
lich
lɪç
lich

Ορισμός και σημασία του "appetitlich"στα γερμανικά

appetitlich
01

ορεκτικός, ευχάριστος

So, dass es den Appetit weckt oder zum Essen einlädt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am appetitlichsten
συγκριτικός βαθμός
appetitlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Essen, Wahrnehmung, Qualität
Παραδείγματα
Das Essen sieht sehr appetitlich aus. 

Το φαγητό φαίνεται πολύ ορεκτικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store