Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Anwendung
[gender: feminine]
01
χρήση, εφαρμογή
Die Nutzung oder praktische Umsetzung von etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Anwendung
πληθυντικός τύπος
Anwendungen
Παραδείγματα
Die Anwendung dieses Gesetzes ist umstritten.
Η εφαρμογή αυτού του νόμου είναι αμφιλεγόμενη.



























