Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anwenden
01
εφαρμόζω, χρησιμοποιώ
Etwas in einer konkreten Situation nutzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
wenden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wende an
γ΄ ενικό πρόσωπο
wendet an
ενεστώτα μετοχή
anwendend
απλός αόριστος
wendete an
παθητική μετοχή
angewendet
Παραδείγματα
Ich versuche, mein Wissen in der Praxis anzuwenden.
Προσπαθώ να εφαρμόσω τις γνώσεις μου στην πράξη.



























