anwenden
an
ˈan
an
wen
vɛn
ven
den
dən
dēn
anzündenanbindenanweisen

Ορισμός και σημασία του "anwenden"στα γερμανικά

anwenden
01

εφαρμόζω, χρησιμοποιώ

Etwas in einer konkreten Situation nutzen 
anwenden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
wenden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wende an
γ΄ ενικό πρόσωπο
wendet an
ενεστώτα μετοχή
anwendend
απλός αόριστος
wendete an
παθητική μετοχή
angewendet
Παραδείγματα
Sie wendet die neue Methode im Unterricht an. 

Εκείνη εφαρμόζει τη νέα μέθοδο στην τάξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store