Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anwenden
01
εφαρμόζω, χρησιμοποιώ
Etwas in einer konkreten Situation nutzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
wenden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wende an
γ΄ ενικό πρόσωπο
wendet an
ενεστώτα μετοχή
anwendend
απλός αόριστος
wendete an
παθητική μετοχή
angewendet
Παραδείγματα
Sie wendet die neue Methode im Unterricht an.
Εκείνη εφαρμόζει τη νέα μέθοδο στην τάξη.



























