der anwalt
an
ˈan
an
walt
valt
valt

Ορισμός και σημασία του "anwalt"στα γερμανικά

01

δικηγόρος, νομικός

Eine Person, die andere Menschen vor Gericht oder in rechtlichen Fragen vertritt 
der Anwalt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anwalt(e)s
πληθυντικός τύπος
Anwälte
Παραδείγματα
Der Anwalt verteidigt seinen Mandanten vor Gericht. 

Ο δικηγόρος υπερασπίζεται τον πελάτη του στο δικαστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store