Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anwalt
[gender: masculine]
01
δικηγόρος, νομικός
Eine Person, die andere Menschen vor Gericht oder in rechtlichen Fragen vertritt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anwalt(e)s
πληθυντικός τύπος
Anwälte
Παραδείγματα
Der Anwalt hat den Fall gewonnen.
Ο δικηγόρος κέρδισε την υπόθεση.



























