anständig
ans
ˈanʃ
ανσ
tän
tɛn
τεν
dig
dɪk
ντικ

Ορισμός και σημασία του "anständig"στα γερμανικά

anständig
01

αξιοπρεπής, τίμιος

Moralisch richtig und respektvoll 
anständig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am anständigsten
συγκριτικός βαθμός
anständiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Moral, Verhalten, Charakter
Παραδείγματα
Er ist ein anständiger Mann. 

Είναι ένας τίμιος άνδρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store