Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ansteckungsgefahr
01
Das Risiko, eine Krankheit von jemandem zu bekommen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ansteckungsgefahr
Παραδείγματα
Regelmäßiges Händewaschen verringert die Ansteckungsgefahr.



























