Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ansprechen
01
απευθύνομαι σε, μιλώ σε
Mit jemandem ein Gespräch beginnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
sprechen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spreche an
γ΄ ενικό πρόσωπο
spricht an
ενεστώτα μετοχή
ansprechend
απλός αόριστος
sprach an
παθητική μετοχή
angesprochen
Παραδείγματα
Er spricht immer freundlich die Leute an.
Πάντα απευθύνεται στους ανθρώπους με φιλικότητα.
02
αρέσω, ενδιαφέρω
Jemandem gefallen oder Interesse wecken
Παραδείγματα
Das Angebot spricht uns nicht an.
Η προσφορά δεν μας ενδιαφέρει.



























