Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ansicht
01
γνώμη, άποψη
Eine persönliche Meinung oder Einstellung zu etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ansichten
γενική πτώση
Ansicht
Παραδείγματα
Ich teile deine Ansicht nicht.
Δεν μοιράζομαι την άποψή σου.
02
θέα, πανόραμα
Was man von einem Ort aus sehen kann
Παραδείγματα
Das Hotelzimmer hat eine wunderschöne Ansicht aufs Meer.
Το δωμάτιο του ξενοδοχείου έχει μια υπέροχη θέα στη θάλασσα.
LanGeek



























