Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ansehnlich
01
σημαντικός, μεγάλος
Eine beträchtliche oder überdurchschnittlich große Menge, Zahl oder Ausmaß von etwas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ansehnlichsten
συγκριτικός βαθμός
ansehnlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Sturm hinterließ ansehnliche Schäden.
Η καταιγίδα άφησε σημαντικές ζημιές.



























