anschaffen
Pronunciation
/ˈanˌʃafən/

Ορισμός και σημασία του "anschaffen"στα γερμανικά

anschaffen
01

αγοράζω, προμηθεύομαι

Etwas kaufen, besonders etwas Teures oder für längere Nutzung
anschaffen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
schaffen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schaffe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
schafft an
ενεστώτα μετοχή
anschaffend
απλός αόριστος
schaffte an
παθητική μετοχή
angeschafft
Παραδείγματα
Ich habe mir ein gutes Fahrrad angeschafft.
Αγόρασα για τον εαυτό μου ένα καλό ποδήλατο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store