Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anschaffen
01
αγοράζω, προμηθεύομαι
Etwas kaufen, besonders etwas Teures oder für längere Nutzung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
schaffen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schaffe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
schafft an
ενεστώτα μετοχή
anschaffend
απλός αόριστος
schaffte an
παθητική μετοχή
angeschafft
Παραδείγματα
Ich habe mir ein gutes Fahrrad angeschafft.
Αγόρασα για τον εαυτό μου ένα καλό ποδήλατο.



























