Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anschaffen
01
αγοράζω, προμηθεύομαι
Etwas kaufen, besonders etwas Teures oder für längere Nutzung
Παραδείγματα
Ich habe mir ein gutes Fahrrad angeschafft.
Αγόρασα για τον εαυτό μου ένα καλό ποδήλατο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αγοράζω, προμηθεύομαι