Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anlass
01
περίσταση, λόγος
Ein spezifischer Grund oder Auslöser für eine Handlung oder Reaktion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anlasses
πληθυντικός τύπος
Anlässe
Παραδείγματα
Der laute Streit gab mir Anlass zur Sorge.
Ο θορυβώδης καβγάς μου έδωσε αφορμή για ανησυχία.
02
περίσταση, γεγονός
Ein besonderes Ereignis oder eine Gelegenheit, oft zum Feiern
Παραδείγματα
Die Hochzeit war ein fröhlicher Anlass.
Ο γάμος ήταν μια χαρούμενη ευκαιρία.



























