Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anlass
01
περίσταση, λόγος
Ein spezifischer Grund oder Auslöser für eine Handlung oder Reaktion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anlasses
πληθυντικός τύπος
Anlässe
Παραδείγματα
Gib mir einen triftigen Anlass für dein Verhalten!
Δώσε μου έναν έγκυρο λόγο για τη συμπεριφορά σου!
02
περίσταση, γεγονός
Ein besonderes Ereignis oder eine Gelegenheit, oft zum Feiern
Παραδείγματα
Die Preisverleihung war der Anlass für unsere Reise.
Η τελετή απονομής βραβείων ήταν η αφορμή για το ταξίδι μας.



























