Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angewiesen
01
εξαρτώμενος, υποκείμενος
Abhängig von etwas oder jemandem
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Abhängigkeit, Beziehung, Hilfe
Παραδείγματα
Er ist auf Hilfe angewiesen.
Είναι εξαρτώμενος από τη βοήθεια.
LanGeek



























