angewiesen
an
ˈan
αν
ge
γκα
wie
ˌvi:
βι
sen
zən
ζαν

Ορισμός και σημασία του "angewiesen"στα γερμανικά

angewiesen
01

εξαρτώμενος, υποκείμενος

Abhängig von etwas oder jemandem 
angewiesen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Abhängigkeit, Beziehung, Hilfe
Παραδείγματα
Er ist auf Hilfe angewiesen. 

Είναι εξαρτώμενος από τη βοήθεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store