angenehm
Pronunciation
/ˈanɡəneːm/

Ορισμός και σημασία του "angenehm"στα γερμανικά

01

ευχάριστος, ευάρεστος

Etwas, das ein positives Gefühl hervorruft
angenehm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am angenehmsten
συγκριτικός βαθμός
angenehmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Duft dieser Blumen ist besonders angenehm.
Η μυρωδιά αυτών των λουλουδιών είναι ιδιαίτερα ευχάριστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store