Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angenehm
01
ευχάριστος, ευάρεστος
Etwas, das ein positives Gefühl hervorruft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am angenehmsten
συγκριτικός βαθμός
angenehmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Duft dieser Blumen ist besonders angenehm.
Η μυρωδιά αυτών των λουλουδιών είναι ιδιαίτερα ευχάριστη.



























