Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Angelegenheit
01
Sache oder Problem, das geklärt oder erledigt werden muss , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Angelegenheit
πληθυντικός τύπος
Angelegenheiten
Παραδείγματα
Wir müssen diese dringende Angelegenheit noch heute klären.



























