Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Angeklagter
01
κατηγορούμενος, εναγόμενος
Eine Person, die vor Gericht beschuldigt wird, ein Verbrechen begangen zu haben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Angeklagten
αρσενικό ενικό
Angeklagter
θηλυκό ενικό
Angeklagte
neutral form
Angeklagte(r)
γενική πτώση
Angeklagten
Παραδείγματα
Der Angeklagte betritt den Gerichtssaal.
Ο κατηγορούμενος μπαίνει στην αίθουσα του δικαστηρίου.
LanGeek



























