der angeklagter
angeklagter
angəkla:ktɐ
angēklakt

Ορισμός και σημασία του "angeklagter"στα γερμανικά

Der Angeklagter
01

κατηγορούμενος, εναγόμενος

Eine Person, die vor Gericht beschuldigt wird, ein Verbrechen begangen zu haben 
der Angeklagter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Angeklagten
αρσενικό ενικό
Angeklagter
θηλυκό ενικό
Angeklagte
neutral form
Angeklagte(r)
γενική πτώση
Angeklagten
Παραδείγματα
Der Angeklagte betritt den Gerichtssaal. 

Ο κατηγορούμενος μπαίνει στην αίθουσα του δικαστηρίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store