die ampel
ampel
ampl
ampl
amsel

Ορισμός και σημασία του "ampel"στα γερμανικά

01

φανάρι, σημείο κυκλοφορίας

Ein Gerät mit roten, gelben und grünen Lichtern, das den Verkehr regelt 
die Ampel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ampeln
γενική πτώση
Ampel
Παραδείγματα
Die Ampel ist rot. 

Το φανάρι είναι κόκκινο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store