die Ampel
Pronunciation
/ˈampəl/

Ορισμός και σημασία του "ampel"στα γερμανικά

01

φανάρι, σημείο κυκλοφορίας

Ein Gerät mit roten, gelben und grünen Lichtern, das den Verkehr regelt
die Ampel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ampel
πληθυντικός τύπος
Ampeln
Παραδείγματα
Die Ampel steht an der Kreuzung.
Το φανάρι βρίσκεται στη διασταύρωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store