die ambition
am
ˈam
αμ
bi
μπι
tion
t͡si̯o:n
τσιον

Ορισμός και σημασία του "ambition"στα γερμανικά

01

φιλοδοξία, επιδίωξη

Ein starkes Verlangen nach Erfolg, Macht oder Anerkennung, das zu besonderem Einsatz motiviert 
die Ambition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ambitionen
γενική πτώση
Ambition
Παραδείγματα
Ihre Ambition führte sie an die Spitze des Unternehmens. 

Η φιλοδοξία της την οδήγησε στην κορυφή της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ambition
amb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store