die altstadt
alt
alt
alt
stadt
ʃtat
shtat

Ορισμός και σημασία του "altstadt"στα γερμανικά

01

παλιά πόλη, ιστορικό κέντρο

Der älteste Teil einer Stadt mit alten Gebäuden und engen Straßen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Altstädte
γενική πτώση
Altstadt
Παραδείγματα
Die Altstadt ist voller historischer Häuser. 

Η παλιά πόλη είναι γεμάτη ιστορικά σπίτια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store