das alter
alter
altɐ
alt
afteraltaraster

Ορισμός και σημασία του "alter"στα γερμανικά

01

ηλικία, γηρατειά

Die Anzahl der Jahre, die eine Person gelebt hat 
das Alter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Alter
γενική πτώση
Alters
Παραδείγματα
Wie alt bist du? 

Πόσο χρονών είσαι;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store